παιδαγωγικως


παιδαγωγικως
    παιδαγωγικῶς
    παιδ-ᾰγωγικῶς
    как наставник
    

(προσφέρεσθαί τινι Plut.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παιδαγωγικως" в других словарях:

  • παιδαγωγικῶς — παιδαγωγικός suitable to a teacher adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιδαγωγικός — ή, ὁ (Α παιδαγωγικός, ή, όν) [παιδαγωγός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον παιδαγωγό ή στην παιδαγωγία νεοελλ. φρ. «παιδαγωγική επιστήμη» ή, απλώς, «παιδαγωγική» η επιστήμη που ασχολείται με την αγωγή και τη μόρφωση τών παιδιών (1. το αρσ. ως… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.